Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 03, 2021

Σύγκρουση Ελλάδας -Τουρκίας μέχρι το 2023; Αναλύοντας “γιατί” & “πως”

 

Όλοι όσοι παρακολουθούμε τις εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά έχουμε αναρωτηθεί σε κάποια στιγμή πού πηγαίνει η κατάσταση κι αν θα υπάρξει τελικά εκδήλωση της τουρκικής επιθετικότητας σε στρατιωτικό επίπεδο. Χωρίς καμία διάθεση απλοποίησης ενός τόσο πολύπλοκου ζητήματος, θα διακινδυνεύσω την εκτίμηση ότι η Τουρκία έχει τα κίνητρα να προσπαθήσει το αργότερο μέχρι την επίσημη έναρξη της προεκλογικές περιόδου των προεδρικών εκλογών του 2023, να δημιουργήσει τετελεσμένα με αμιγώς στρατιωτικά μέσα. Και ιδού τα βασικά επιχειρήματα επ’ αυτού.

Του Παναγιώτη Α. Καράμπελα*

Τρείς τρόποι υπάρχουν για να “λυθούν” τα ελληνοτουρκικά προβλήματα. Ο πρώτος είναι οι Τούρκοι να σηκώσουν μια μέρα το τηλέφωνο και να μας πουν: “Θυμάστε που ζητούσαμε ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, μιλούσαμε για τουρκική μειονότητα στη Θράκη κτλ.; Ε, ξεχάστε τα. Μετανιώσαμε και δεν θέλουμε άλλες προστριβές μαζί σας. Φίλοι;”. Υπάρχει κανείς που να πιστεύει στ’ αλήθεια ότι κάτι τέτοιο είναι έστω και ελάχιστα πιθανό να συμβεί; Νομίζω πως όχι.

Αυτό μας αφήνει με τις υπόλοιπες δύο επιλογές: Το μελάνι και το αίμα. Τη διπλωματία και τη στρατιωτική επιλογή.

Όταν μιλάμε για μελάνι, εννοούμε πολύ απλά την με ειρηνικό τρόπο διευθέτηση των διαφορών μας. Αυτό σημαίνει ότι θα βρεθεί μια αμοιβαίως αποδεκτή λύση και θα υπογράψουμε. Θα μπορούσε, όμως, να βρεθεί μια τέτοια λύση;

Οι διαφορές μας με τους γείτονες είναι κολοσσιαίες. Αυτά που ζητούν ξεπερνούν κατά πάρα πολύ τη διαπραγματευτική τακτική του “ζητάω 10 γιατί θέλω 5”. Οι απαιτήσεις τους είναι εξωφρενικές σε τέτοιο βαθμό που δεν επιτρέπουν ούτε καν έναν διάλογο να ξεκινήσει, πόσο δε μάλλον να ολοκληρωθεί επιτυχώς. Εξού και η δημόσια αντιπαράθεση Δένδια-Τσαβούσογλου στην Άγκυρα. Το χειρότερο δε, είναι πως θέλουν πραγματικά όλα όσα ζητάνε, ανεξαιρέτως! Δεν μπλοφάρουν, εννοούν όσα λένε και το έχουν αποδείξει επανειλημμένα.

Είναι σημαντικό, επίσης, να σημειώσουμε ότι όλα αυτά που θέτουν στο τραπέζι ως διεκδικήσεις, τα έχουν τάξει και προπαγανδίσει στον τουρκικό λαό με μεθοδικότητα εδώ και δεκαετίες. Ακόμα, λοιπόν, κι αν ήθελαν οι κυβερνώντες να μπλοφάρουν με εμάς, δεν είναι δυνατόν να το κάνουν το ίδιο εύκολα με το λαό τους, καθώς η αντίδραση θα είναι απρόβλεπτα μεγάλη και σίγουρα όχι κάτι που θα αφήσει η εκεί αντιπολίτευση να πέσει κάτω. Να θυμηθούμε μόνο τις αντιδράσεις εντός της τουρκικής Βουλής σε δήλωση τούρκου υπουργού ότι η Ελλάδα έχει “καταπατήσει 18 νησιά”. Η αντιπολίτευση εξερράγη και τον κατηγόρησε ούτε λίγο ούτε πολύ για εθνική μειοδοσία, λέγοντας ότι τα “καταπατημένα” νησιά δεν είναι 18 αλλά…153.

Αυτό, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, είναι ένα εκρηκτικό μίγμα: υπέρμετρες επεκτατικές απαιτήσεις, προπαγανδισμένες ως “εθνικά δίκαια”, σε έναν μεθοδικά φανατισμένο λαό. Ο πήχης έχει ανέβει πολύ ψηλά. Μπορεί άραγε κανείς να φανταστεί το τρόπο με τον οποίο θα παρουσιάσει η τουρκική κυβέρνηση μια συμβιβαστική συμφωνία που π.χ. δεν θα περιλαμβάνει την…“επανάκτηση” των νησιών που οι “κακοί” Έλληνες έχουν “καταπατήσει”; Μπορεί κανείς να διανοηθεί το μούδιασμα, τις αντιδράσεις του τουρκικού λαού και τις ταραχές που θα ξεσπάσουν; Ποια είναι η “νίκη”, το αντάλλαγμα που θα τους παρουσιάσει; Αυξημένες περιοχές αλιείας για τους τούρκους ψαράδες; Παραδεχόμενη η τουρκική κυβέρνηση ότι μπλόφαρε και τους ίδιους τους πολίτες της; Λίγη σημασία έχει, βέβαια, και καθαρά ακαδημαϊκού επιπέδου είναι τα ερωτήματα, από τη στιγμή που -όπως είπαμε- δεν μιλάμε για καμία μπλόφα έτσι κι αλλιώς…

Και στην Ελλάδα, όμως, ο πήχης είναι πολύ ψηλά. Ποιες παραχωρήσεις θα τολμούσε άραγε να κάνει η οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση που θα ικανοποιούσε τη Τουρκία αρκετά ώστε να υπογράψει; Τι θα μπορούσε να δώσει; Τα νησιά τα ίδια αποκλείεται. Μήπως, την αποστρατιωτικοποίησή τους; Και πως θα το παρουσίαζε στον ελληνικό λαό χωρίς να ξεσπάσουν τριτοκοσμικού τύπου ταραχές; Ποιά κυβέρνηση δεν θα έπεφτε υπό το βάρος π.χ. των αντιδράσεων των νησιωτών βουλευτών και μόνο, του ίδιου του κυβερνώντος κόμματος; Σημειωτέον, ότι η οποιαδήποτε απόπειρα ικανοποίησης της Τουρκίας θέτει θέματα του άμεσου πυρήνα της Εθνικής κυριαρχίας, χειρότερα ακόμα κι από τη Συνθήκη των Πρεσπών, χωρίς -φυσικά- να θέλω επ’ ουδενί να υποβαθμίσω αυτό το ζήτημα. Οι τεράστιες αντιδράσεις για τις Πρέσπες, λοιπόν, θα ωχριούσαν μπροστά σε αυτές που θα ακολουθούσαν μετά από μια ενδεχόμενη υποχώρηση στις διαπραγματεύσεις με τη Τουρκία.

Η περίπτωση της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και θεωρητική είναι -ακόμα τουλάχιστον- και δεν εξασφαλίζει στην Τουρκία, ακόμα και σε ευνοϊκή γι αυτήν απόφαση, όσα διεκδικεί, δεδομένου ότι αν πάμε εκεί θα είναι επί τη βάσει κοινού συμφωνητικού μόνο για υφαλοκρηπίδα και ενδεχομένως μερικώς για την ΑΟΖ. Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα τολμήσει να θέσει υπό αμφισβήτηση κάτι περισσότερο, χωρίς τις ως άνω αντιδράσεις. Η προοπτική δε αρνητικής απόφασης για την Τουρκία, αποτελεί και τον κυριότερο λόγο που η προσφυγή στη Χάγη δεν είναι επιθυμητή επιλογή για την Άγκυρα. Επομένως, είναι σχετικά ασφαλές να πούμε πως ούτε η διπλωματική επιλογή έχει κάποια ουσιαστική ελπίδα.

Όμως, αν η Τουρκία συνεχίζει να θέλει πραγματικά όλα όσα ζητάει, χωρίς πρόθεση ιδιαίτερου συμβιβασμού από τη μια, και εμείς δεν έχουμε την πρόθεση να της δώσουμε με το καλό και ειρηνικά αυτά που θα ικανοποιούσαν τους νέο-Οθωμανικούς της στόχους, τότε τι απομένει;

Η τρίτη επιλογή φαντάζει σχεδόν σαν μονόδρομος. Άλλωστε, ως γνωστόν, η ειρήνη είναι το μεσοδιάστημα μεταξύ δύο πολέμων. Και με τους συγκεκριμένους γείτονες δεν είναι ζήτημα του “αν” αλλά του “πότε”. Εδώ, βέβαια, μπορεί να τεθεί το ερώτημα: Σύμφωνοι, αλλά γιατί τόσο σύντομα, έως το 2023;

Είναι σημαντικό να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα λεπτομερώς. Η απάντηση, λοιπόν, έχει αρκετά σκέλη. Αρχικά, και χωρίς κάποια σειρά, πρέπει να αντιληφθούμε ότι όλες οι τουρκικές προκλήσεις γίνονται για κάποιο τελικό αντικειμενικό σκοπό (ΑΝ.ΣΚ.). Και ο ΑΝΣΚ αυτός δεν είναι η πρόκληση για τη πρόκληση και η αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση. Ο ΑΝΣΚ τους δεν είναι π.χ. απλώς να “βάψουν” νησιά “γκρι” από “μπλε” που είναι τώρα, αλλά να τα “βάψουν” τελικά “κόκκινα”.

Αν μπούμε σε μια χρονομηχανή και πάμε 60 ή 80 χρόνια στο μέλλον, πιστεύετε ότι θα μιλάμε ακόμα για παραβάσεις, παραβιάσεις και αναχαιτήσεις, παράνομες σεισμικές έρευνες, ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδες κτλ.; Κάποια στιγμή όλα αυτά πρέπει να τελειώσουν και, ναι, θα προσπαθήσουν να τα τελειώσουν -πάση θυσία- προς το συμφέρον τους! Ότι γίνεται τα τελευταία 40 χρόνια είναι προσπάθειες να γίνουν κάποια τετελεσμένα και να καταγραφούν διεθνώς οι τουρκικές θέσεις που θα χρησιμοποιηθούν αργότερα ως άλλοθι. Δεν είναι αυτοσκοπός. Πόσο θα περιμένουν ακόμα, όμως;

Όχι πολύ, γιατί ο χρόνος τους πιέζει. Κι εδώ μπαίνουμε σε ένα ακόμα σοβαρό σκέλος της απάντησης στο ερώτημα: προς τι το ορόσημο του 2023; Μπορεί η Ελλάδα του κ. Μητσοτάκη να έχει ασπαστεί πλήρως τις θέσεις Βαρουφάκη, ότι δεν πρέπει να βγάλουμε το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της χώρας, αλλά τέτοιες αυτοκτονικά χίπικες ιδέες δεν υπάρχουν στην Τουρκία. Όμως, αν δεν εκμεταλλευτούμε τα κοιτάσματα που μας αναλογούν, δεν σημαίνει ότι παύουν να μας ανήκουν. Κι αν δεν κάνει να τα εκμεταλλευτούμε για “οικολογικούς” λόγους, τότε δεν κάνει να βγουν από κανέναν!

Γιατί τους πιέζει, λοιπόν, ο χρόνος; Διότι το τέλος της πρωτοκαθεδρίας των υδρογονανθράκων (τουλάχιστον του πετρελαίου) διακρίνεται πλέον καθαρά στο κοντινό μας μέλλον. Άρθρο του Reuters αναφέρει πως σύμφωνα με την πετρελαιοπαραγωγό Νορβηγία, μέχρι το 2050 οι νέες μορφές ενέργειας θα έχουν ρίξει τη ζήτηση των υδρογονανθράκων έως και 65%. Και, ως γνωστόν, όταν πέφτει η ζήτηση πέφτει και η τιμή. Αυτό θα κάνει δύσκολα και ακριβά κοιτάσματα, όπως τα βαθειά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου, ασύμφορα προς εκμετάλλευση.

Δεδομένου ότι για να ξεκινήσει η πλήρης παραγωγή από ένα κοίτασμα απαιτούνται έως και 5 χρόνια για έρευνες, υποδομές, δοκιμαστικές γεωτρήσεις, ακριβής τοποθέτηση εξέδρας κτλ. και δεδομένου ότι για να βγουν οι απολήψιμες ποσότητες απαιτούνται από 20 έως και 30 χρόνια, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι κυριολεκτικά σήμερα να υπέγραφε η Τουρκία την έναρξη όλων των πιο πάνω διαδικασιών, μόλις που θα προλάβαινε “με την ψυχή στο στόμα” την εξόρυξη των κοιτασμάτων που διεκδικεί και σε πολύ οριακά ικανοποιητικές τιμές. Και με δεδομένη τη κατάσταση της τουρκικής οικονομίας, τα ταμεία χρειάζονται δυνατή ενίσχυση…χθες!

Ένας άλλος λόγος βιασύνης είναι ότι αποτελεί επίσημο και επανειλημμένα διακηρυγμένο στόχο της Τουρκίας η επέκταση, τουλάχιστον της επιρροής της σε πρώτη φάση, στα όρια της πάλαι ποτέ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ρητορική για τα “σύνορα της καρδιάς μας” και τη “Γαλάζια Πατρίδα” είναι γνωστή, όπως και η προσπάθεια υλοποίησης του στόχου αυτού με διάφορες κινήσεις σε Συρία, Ιράκ, Λιβύη, Αλβανία, Αρμενία, Παλαιστινιακά εδάφη ακόμα και σε Κατάρ και Αφρική. Η υπόσχεση Ερντογάν ότι το 2023, στα 100 χρόνια από την ίδρυση του σύγχρονου Τουρκικού κράτους, η Τουρκία θα έχει “επιστρέψει” (χωρίς ιδιαίτερες περαιτέρω διευκρινήσεις…) στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επαναλαμβάνω, δεν είναι μπλόφα. Είναι θεμελιακός και υπαρξιακός στόχος στο όλο πολιτικό-ιδεολογικό και θρησκευτικό οικοδόμημα του νέο-Οθωμανισμού που πρεσβεύει η ευρύτερη παράταξη του Ερντογάν. Άλλωστε, ο Ερντογάν και οι συν αυτώ, δίνουν τεράστια σημασία στους συμβολισμούς και οι διάφορες γραφικές τους φιέστες που έχουμε δει, συνηγορούν προς αυτό.

Επίσης, υπάρχει και ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας. Η Ελλάδα μετά από 13 και πλέον χρόνια αυτοεμπάργκο, ξεκίνησε πάλι την οργάνωση της άμυνάς της ξυπνώντας από τον λήθαργο των πασιφιστικών της ιδεοληψιών που είχαν κυριαρχήσει υπό το άλλοθι και της οικονομικής κρίσης. Αντιθέτως, η Τουρκία αν και τα εγχώρια προγράμματά της γενικά προχωρούν, αντιμετωπίζει αυξανόμενα προβλήματα εξαιτίας περιορισμών σε κάποια ανταλλακτικά και κρίσιμα εξαρτήματα λόγω των ανθρωπιστικών, και όχι μόνο, ενστάσεων από τις προμηθεύτριες χώρες για τη χρήση των συστημάτων τους, αλλά και ως αποτέλεσμα των αμερικανικών κυρώσεων λόγω της υπόθεσης των S-400. Τα κυριότερα προβλήματα, όμως, έχουν δημιουργηθεί από τον αποδεκατισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων μετά τις αλλεπάλληλες διώξεις στελεχών από το καθεστώς Ερντογάν.

Εδώ, λοιπόν, υπάρχει ένα ζήτημα: Τα τελευταία 6 Rafale θα παραδοθούν στο πρώτο μισό του 2023, οι δε φρεγάτες της ενδιάμεσης λύσης, εφόσον υπάρξει, είναι παντελώς άγνωστο αν θα έχουν ενταχθεί στο ΠΝ μέχρι τότε. Δεκάδες, αλλά μικρότερα, προγράμματα θα έχουν οριακά ολοκληρωθεί μέχρι το 2023. Κάποια δουλειά έχει γίνει, αλλά η ψαλίδα δεν έχει κλείσει ακόμα, καθώς απαιτούνται παραδόσεις οπλικών συστημάτων για να γίνει αυτό και όχι απλά υπογραφές σε συμβόλαια ή προκηρύξεις διαγωνισμών. Και αυτό δεν έχει συμβεί, τουλάχιστον για κύρια εξοπλιστικά προγράμματα. Έχει κάποιο λόγο η Τουρκία να περιμένει στωικά την ολοκλήρωση των ελληνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων όσο η ίδια θα βιώνει πιθανότατα αυξημένα προβλήματα;

Δεν πρέπει επίσης, να ξεχνάμε και τον ανθρώπινο παράγοντα. Ο Ερντογάν, αν και ως τούρκος έχει υπομονή και επιμονή στο στόχο του, έχει την φιλοδοξία να τον λατρεύουν οι επόμενες γενεές ως το νέο Κεμάλ ή -κατά άλλους- ως το νέο σουλτάνο, τον πρώτο της νέο-Οθωμανικής περιόδου. Η ματαιοδοξία του αυτή, που κατά καιρούς έχει εκδηλωθεί ξεκάθαρα, σε συνδυασμό με την ηλικία του, τον κάνει να θέλει να δει ολοκληρωμένο έστω και μέρος του οικοδομήματος που τόσα χρόνια χτίζει. Κι εδώ είναι που μπαίνουμε πιο βαθειά στα εσωτερικά της Τουρκίας.

Οι προεδρικές εκλογές είναι προγραμματισμένες για το 2023. Πρόσφατες τουρκικές φιλοκυβερνητικές (λες και υπάρχουν πλέον κι άλλες…) εταιρίες  δημοσκοπήσεων παρουσιάζουν τον Ερντογάν να χάνει με διψήφια διαφορά ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο πιθανός αντίπαλός του, κάτι που δείχνει την σοβαρότητα της καταστάσεως. Η φτώχεια στη Τουρκία θερίζει και η τουρκική οικονομία συνεχίζει να υφίσταται εξαιτίας κυρίως της γενναιοδωρίας και της ελεημοσύνης της Κίνας και του Κατάρ και από την “ένεση” του χρυσού της Λιβύης. Ως πότε, όμως; Αυτό, σε συνδυασμό και με την κατακραυγή για τη διαχείριση της πανδημίας, των πυρκαγιών και του προσφυγικού σημαίνει ότι η διαφορά ενδεχομένως να είναι πλέον παγιωμένα υψηλή. Πως θα αντιδράσει, λοιπόν, ο Ερντογάν;

Οι πιθανές περιπτώσεις είναι οι εξής:

- Ομαλή μετάβαση εξουσίας. Υπάρχει περίπτωση να δεχθεί όμορφα, πολιτισμένα, δημοκρατικά και…“δυτικά” να παραδώσει στον όποιο νικητή των εκλογών την εξουσία; Να βγάλει φωτογραφία με τη χειραψία στα σκαλιά του ανακτόρου ΤΟΥ, να μπει στη λιμουζίνα και να φύγει χαιρετώντας; Νομίζω θα είναι ομολογουμένως έκπληξη πρώτου μεγέθους!

- Παραίτηση ή με κάποιο πρόσχημα μη κάθοδος καν στις εκλογές, για να γλυτώσει το στίγμα της ήττας. Για τους λόγους που προαναφέραμε κάτι τέτοιο δεν μοιάζει να είναι στις επιλογές του.

- Νοθεία. Με πληθυσμό ~82.000.000 και εκλογικό σώμα περίπου 59.000.000 μια διαφορά έστω και π.χ. 5% μεταφράζεται σε πολλά εκατομμύρια ψήφων. Νοθεία μπορεί να γίνει σε διαφορές κοντά στο 1%. Από αυτό το σημείο και πάνω είναι φοβερά δύσκολη μια τόσο μαζική παρέμβαση στο αποτέλεσμα χωρίς να γίνει ξεκάθαρα αντιληπτή και από το λαό και από την αντιπολίτευση αλλά και από τη διεθνή κοινότητα. Καθώς φιλοδοξεί να γίνει ο νέος “Ατατούρκ”, δηλ. πατέρας των τούρκων, στη παρούσα φάση δεν θα ήθελε μια τέτοια μομφή εις βάρος του.

- Κατάλυση της δημοκρατίας με κατάργηση των εκλογών, πιθανότατα και με κλείσιμο της Βουλής. Όπως και στη περίπτωση της νοθείας, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 και την…“φιλοδημοκρατική” ρητορική που ανέπτυξε ενάντια στους πραξικοπηματίες, είναι ιδιαιτέρως δύσκολο να προβεί ο ίδιος αυτή τη φορά, ουσιαστικά, στην ίδια πράξη και να την υποστηρίξει με κάποιο πειστικό επιχείρημα, πόσο δε μάλλον με τη βία.

- Η καθ’ όλα σεβαστή άποψη του κ. Δοξιάδη περί της πιθανότητας εκ των έσω πολιτικής ανατροπής του Ερντογάν, προσκρούει στην προαναφερθείσα πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Μετά τις μαζικές εκκαθαρίσεις που ακολούθησαν, ποιος θα διακινδυνεύσει να βρεθεί σε κάποιο απ’ τα περιβόητα “λευκά κελιά” της Τουρκίας; Συζητήσεις και ζυμώσεις μπορεί να υπάρχουν. Όμως, όταν για προσβολή και μόνο του τούρκου προέδρου, έχουν γίνει  περισσότερες από 40.000 διώξεις, έχουν εκδικαστεί περί τις 10.000 υποθέσεις, περίπου 300 εκ των οποίων αφορούν παιδιά(!), και υπάρχουν περισσότεροι από 4000 φυλακισμένοι γι αυτό το “έγκλημα”, ποιος έστω καν θα τολμήσει να οργανώσει μια οποιασδήποτε μορφής ανατροπή του Ερντογάν;

- Τέλος, προσωρινή αναβολή των εκλογών. Πιστεύω ότι αυτή είναι η επιλογή που μπορεί να θεωρήσει ο Ερντογάν ότι δύναται να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση: Η προσωρινή χρονική αναβολή των εκλογών λόγω κήρυξης της χώρας σε “κατάσταση εκτάκτου ανάγκης”.

Η κίνηση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί από μια πραγματικά σοβαρή στρατιωτική κρίση, σαφώς μεγαλύτερη από όλες τις έως τώρα κρίσεις με ΡΚΚ, Συρία ή ακόμα και Ίμια κτλ. Μια κρίση που θα απαιτήσει την κινητοποίηση του συνόλου των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, ενδεχομένως και εφέδρων, και την εν γένει συσπείρωση του τουρκικού λαού ενάντια στον “προαιώνιο εχθρό”, τους Έλληνες. Ο Ερντογάν δεν ενδιαφέρεται για το κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Η στόχευση είναι να κερδίσει χρόνο και με τυχόν επιτυχή έκβαση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και των μετέπειτα διαπραγματεύσεων, να πετύχει μακροχρόνιους “εθνικούς” στρατηγικούς στόχους, να γυρίσει το κλίμα υπέρ του και όντας “δαφνοστεφανωμένος” θριαμβευτής να πει: “Τώρα θα ψηφίσουμε!”.

Σαφώς και αυτό αποτελεί μια κίνηση υψηλού ρίσκου και ιδιαιτέρως αμφιβόλου αποτελέσματος. Όμως, από τη μία είναι φοβερά στριμωγμένος έως απελπισμένος, και από την άλλη η αλαζονεία του Ερντογανικού καθεστώτος, η υπερεκτίμηση των ικανοτήτων τους και η υποτίμηση των Ελλήνων είναι εύκολο να οδηγήσουν στην ψευδαίσθηση της σχετικά εύκολης νίκης.

Φυσικά, δεν υπάρχει λόγος να περιμένουν στην Άγκυρα μέχρι τη τελευταία στιγμή, το 2023, για να προχωρήσουν στους σχεδιασμούς τους. Το χρονικό περιθώριο μέχρι τότε είναι αρκούντως μεγάλο και για την όποια στρατιωτική σύγκρουση και για τις μετέπειτα διαπραγματεύσεις. Δεν θα ήταν έκπληξη, λοιπόν, αν η κλιμάκωση λάβει χώρα και μέσα στο 2022. Επιπλέον, ο Ερντογάν είναι εμμονικός με επετείους και συμβολισμούς, και το 2022 προσφέρεται για τέτοιους παραλληλισμούς, καθώς τότε θα συμπληρώνονται 500 έτη από την άλωση της Ρόδου από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή το 1522.

Όλα αυτά, θεωρώ, ότι αποτελούν επαρκή στοιχεία για την στήριξη της διατυπωθείσας εκτίμησης για την μεγάλη επικινδυνότητα της περιόδου μέχρι τις προεδρικές εκλογές στη Τουρκία το 2023.

Εδώ, βέβαια, πρέπει να τονίσω ότι δεν ισχυρίζομαι ότι η Τουρκία θα προχωρήσει στα σίγουρα, εν τέλει, στους σχεδιασμούς αυτούς και σε κάποια σοβαρή στρατιωτική ενέργεια μέχρι τότε. Τα παραπάνω σκιαγραφούν απλώς το χρονικό περιθώριο που έχει στη διάθεσή της η Άγκυρα, με βάση όλα τα γνωστά δεδομένα ως αυτά έχουν μέχρι και σήμερα. Αν στην Άγκυρα δεν αναγνωρίσουν την ιστορικότητα των συγκυριών και την αδυσώπητη ροή του χρόνου, θα είναι μια μεγάλη εν δυνάμει νίκη για την Ελλάδα και μια στρατηγική ήττα για την Τουρκία.

Η παγκόσμια ιστορία είναι γεμάτη, άλλωστε, από χαμένες ευκαιρίες. Από παράθυρα ευκαιρίας που άνοιξαν και έκλεισαν ανεκμετάλλευτα. Και το παράθυρο ευκαιρίας, για όλους τους ως άνω λόγους, είναι σίγουρα ανοιχτό για την Τουρκία, αλλά όχι για πολύ ακόμα. Κι αν το συζητάμε εδώ, σήμερα, εμείς, το έχουν συζητήσει σίγουρα στην Άγκυρα, από καιρό, αυτοί. Οπότε, ας είμαστε έτοιμοι για όλα!…

*    Ο Παναγιώτης Α. Καράμπελας είναι Γραμματέας Εξωτερικής Πολιτικής της ΝΕΑΣ ΔΕΞΙΑΣ του Φαήλου Κρανιδιώτη και Διεθνολόγος με εξειδίκευση στην Διαχείριση Κρίσεων.

Νεα Δεξιά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου